Μετά την βροχή να περπατάς άγνωστος ανάμεσα
στα δάκρυα του κόσμου, ν’ακούς τις ώρες να χτυπούν νευρικά στα οξειδωμένα
ρολόγια της αυλής των καιρών. Οι μέρες αμήχανα γλιστρούν από τα σπασμένα στόρια
της ιστορίας και γυρεύουν ασυλία στα ξεθωριασμένα πρόσωπα των αγίων, μιας
ερημικής εκκλησίας του θαύματος. Παρατηρείς τους ανθρώπους της εποχής, έγιναν
ωχροί αμετανόητοι εργάτες σε θιάσους υποψηφίων σωτήρων του κόσμου…
Συνειδητοποιείς πως κράτησε πολλά έτη η νύχτα στον κόσμο αυτό, κι έτσι οι σκιές
χάθηκαν, οι μορφές αλλοιώθηκαν και πολλοί πίστεψαν το σκοτάδι για φως, μα σαν
ξημερώσει αυτή η παρθενόμορφη ώρα της αποκάλυψης, τι θα συμβεί; Τι θα συμβεί
μόλις το φως γκρεμίσει τις οφθαλμαπάτες μας και μαζί όλα τα είδωλα, τα οποία
στολίσαμε με την αιμορροούσα αθωότητά μας για να πειστούμε στην ύπαρξή τους;
Η αφορμή όλης αυτής της ξέφρενης πορείας
στο χάος; Ο Θεός, όχι ο ίδιος, μα εκείνος που ξεπροβάλει ως είδωλο αχνό στον
καθρέφτη. Αυτός ο Θεός του καθρέφτη διαστρεβλώνει την εικόνα κι εμείς
κατανοούμε την Θεότητα μονάχα ως ένα σκληρό, τραχύ πρόσωπο ενός Κριτή που
ανάγκη έχει την επιβεβαίωση της δύναμης. Και τα ανθισμένα ρόδα της αγάπης; Το
άρωμα της μακροθυμίας; Ο αραχνούφαντος πορθμέας του παραδείσου, η συγχώρεση;…
Δεν φαίνονται πουθενά στο είδωλο αυτής της Θεότητας. Ναι, είναι η αλήθεια πως
γίναμε μία ακόμη επανάληψη της ιστορίας, οι σύγχρονοι ειδωλολάτρες της Καινής
Διαθήκης, και φυσικά όσοι υποψιαζόμαστε πως θέλουν να μας κεντήσουν το ακάνθινο
στεφάνι της ταπείνωσης, γίνονται αυτόματα οι εικονομάχοι μιας άλλης εποχής. Κι
έτσι πληθαίνουν οι νεκροί από το ρίγος που πλαγιάζει με το στοιχειό της
απώλειας. Χανόμαστε ως νέοι Κάιν, αυτής της ξακουστής φυλή των αδελφοκτόνων που
νότισε ο νους τους από μίσος και αυταρέσκεια.
Έγινε ο κόσμος καλέ μου μια κοιλάδα της
οργής, και το χρυσό ποτάμι που βλέπεις να κυλά αέναα πάνω από αυτή δεν είναι
άλλο από τους θλιμμένους αγγέλους, που στέκουν ανήμποροι να σώσουν τους
τελευταίους αθώους της αγάπης. Καλέ μου κράτησε το χέρι μου και πες μου, αντέχεις
τον παράδεισο; Η κόλαση ήταν πάντα μία εύκολη οδός να τη διαβείς, σπαρμένη με
νουθεσίες λαθραίας ελευθερίας που μύριζε αγρός αστεριών, μα αν έβλεπες καλά θα
κοίταζες πως τ’ άστρα αυτά ήταν φύλλα της καιόμενης βάτου, που έκλεψαν τα
στείρα πάθη σου για να σε οδηγήσουν στην κάθοδο των μυρίων πόνων παραπλανημένο.
Καλέ μου… Ο κόσμος είναι
μυρωδιές που αναδύει η ψυχή μας. Αν μυρίσεις γιασεμί ή αγιόκλημα να ξέρεις πως
εκλεκτός είναι ο άνθρωπος για την ψυχή σου… Αν μυρίσεις το όξος, να ξέρεις πως
ο άνθρωπος αυτός θα γεννήσει πληγές να σου φυτέψει στον κήπο της ψυχής σου, και
οι ρίζες του θα σκίσουν βαθειά τον φλοιό της ελπίδας σου. Να προσέχεις καλέ μου
σαν ξένος που είσαι από αυτόν τον τόπο, μάθε σαν θες και μη φοβάσαι άλλο πια, η
βροχή τα δάκρυα του κόσμου και οι κεραυνοί δεν είναι απλοί κρότοι, απλά τότε
ακούς τον παράδεισο να μεγαλώνει για να χωρέσει τους πονεμένους και αθώους
νεκρούς της αγάπης, όπως είσαι εσύ καλέ μου…Παναγιώτης-Θεοτόκης Λάκκας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου