Translate

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ποίημα "Πτωχευμένη Αλεξάνδρεια" - Ποιητική συλλογή "Φλεγόμενη Βαβέλ"

Ανεπαρκείς οι γέροντες της του δήμου εκκλησίας
οι πραίτορες την όψη κερματίζουν της πολιτείας
και οι επαναστάτες μεστώνουν αργά πτωχευμένοι
σε ποια Αλεξάνδρεια ενυπάρχω ως άνθρωπος
όταν για τον κόσμο η Δημοκρατία πια μένει άπολις.


Απόψε νιώθω πως διακυβεύεται όλη η ελευθερία μου
κι ορθόδοξος τρόπος σωτηρίας αναρωτιέμαι αν υπάρχει
φοβάμαι τα μίλια που είναι να βαδίσω στην επαχθή οδό
όχι της λεηλασίας, μήτε του χάους, μα της τυφλής κολακείας
η οποία ξεγελά την πιο τυφλή ακόμη δικαιοσύνη.


Ο ευαγής ειρμός της ανάλγητης φρουράς της βιβλιοθήκης
δηλώνει την πώληση της γνώσης πια ως πόρνη με κηδεμόνα
τα νόθα τέκνα της πάντοτε υπερφίαλης αγωνιστικής πτώσης
που κυριεύει ο γνωστός άγνωστος εραστής με το προσωπείο
της ανέκφραστης αιμοσταγούς ταυτότητας του παγκόσμιου.


Εν αγνοία άνθρωποι παρανοήσατε την ορθή αλήθεια
ξεγελαστήκατε από την καταναλωτική μανία της ηθικής σας
γεμίσατε την ψυχή σας εχθρούς και χίλια παράσιτα φοβίας
υψηλά χτίσατε τείχη και εγκλωβιστήκατε σε μαύρες ημέρες
πολιορκιμένη Αλεξάνδρεια από την ίδια σου την κτίση.


Απόψε νιώθω πως διακυβεύεται όλη η ελευθερία μου
κι ορθόδοξος τρόπος σωτηρίας αναρωτιέμαι αν υπάρχει
άρχοντες και λοιποί, άρατε πύλες Αλεξάνδρειας στο φως
οι σωτήρες διαθήκης τετέλεσθαι ειπώντες, απήλθαν
ζώντες εν ειρήνη και αγάπη της οικουμένης.




Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας.


Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Το Παιδί και το Μπαλόνι…


            Γύρισε από το σχολείο μία ακόμη ημέρα θλιμμένος, πέταξε την τσάντα στην άκρη του διαδρόμου, ανέβηκε τη σκάλα τρέχοντας και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω του. Το δωμάτιο στους τοίχους γεμάτο ζωγραφιές, παιχνίδια βρίσκονται σκόρπια δεξιά και αριστερά, τα ρούχα του πεταμένα εδώ κι εκεί, η ψυχή του είχε μεταδώσει τα συναισθήματά της στο χώρο εδώ και καιρό, μάταια η μητέρα του προσπαθούσε να βάλει μία τάξη.
Βρίσκεται εξαντλημένος, ακουμπά το σώμα του στην πόρτα και αναστενάζει. Ακούει την πόρτα να χτυπά, σκέφτεται να μην απαντήσει, μα το χτύπημα γίνεται πιο δυνατό.
«Όχι» απαντά με έντονο ύφος, γνωρίζει και ο ίδιος πως φέρεται κάπως απότομα τελευταία, αλλά από τότε που έχασε το μπαλόνι του νιώθει κενός, δεν τον νοιάζουν και πολλά πράγματα. Ακόμη και στο τραπέζι την ώρα του φαγητού, ακούει σιωπηλά τους γονείς του να μιλούν κι εκείνος περιεργάζεται με το πιρούνι κάθε λεπτομέρεια  από ότι βρίσκεται μέσα στο πιάτο του, και στο τέλος δεν τρώει παρά μόνο δύο τρεις μπουκιές. Η μητέρα του κάθε λίγο τον χαιδεύει στα μαλλιά και του λέει να μην στεναχωριέται, μα πως είναι δυνατόν να το λέει αυτό, δεν καταλαβαίνει… Του λένε διαρκώς οι γονείς του πως θα του πάρουν άλλο μπαλόνι, πόσο εύκολα οι μεγάλοι τελικά προσαρμόζονται στην απώλεια, τους γίνεται συνήθεια μάλλον.
            Εκείνος όμως δεν μπορεί, δεν θέλει να προσαρμοστεί σε αυτή την απώλεια, θέλει μόνο το γαλάζιο του μπαλόνι να έρθει πίσω, αυτό το μπαλόνι του ήταν κάτι παραπάνω από φίλος, ήταν το σύμβολο της φιλίας, της αθωότητας, των ονείρων του. Είχε αποδόσει τόσα πολλά σε αυτό το μπαλόνι, ήταν ένα κομμάτι της ψυχής του και αυτό χάθηκε… Δεν θα συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό του που δεν το κράταγε ακόμη πιο σφιχτά μέσα στα χέρια του, εξαιτίας του χάθηκε ο φίλος του, και αυτός τον κοιτούσε ανήμπορος να φεύγει. Είναι σκληρό να βλέπεις ότι αγαπάς περισσότερο να φεύγει και να ξέρεις πως δεν έχεις την δύναμη αυτό να το αλλάξεις…
            Κάθε βράδυ η προσευχή του δυνάμωνε στο Θεό, να μπορέσει το μπαλόνι του να βρει το δρόμο της επιστροφής, να γίνει ένα θαύμα και πάντα άφηνε αναμένο ένα μικρό φως να μπορεί ο φίλος του να βρει το σπίτι σαν θα επιστρέφει τη νύχτα από τον άγνωστο κόσμο. Ο ύπνος του ανήσυχος, οι εφιάλτες ήταν συχνοί και έντονοι. Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα ιδρωμένος έχοντας δει το μπαλόνι του να περιπλανιέται μόνο του και να παθαίνει κάτι κακό, ένας κεραυνός ψηλά στον ουρανό, ένα χτύπημα από αυτοκίνητο, μόνο κακά όνειρα, μόνο κακές σκέψεις, που να είναι έλεγε και έκλαιγε βουβά να μην τον ακούσουν οι γονείς του από το διπλανό δωμάτιο που κοιμόντουσαν. Ήθελε το μπαλόνι του εδώ και τώρα.
            Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι του, έβαλε το μπουφάν του και άνοιξε την πόρτα από το δωμάτιό του, κοίταξε προσεκτικά και έπειτα ανάλαφρα πατούσε σαν μικρό πουλί ώσπου βρέθηκε στον διάδρομο λίγο πριν την εξώπορτα. Εκεί κοντοστάθηκε, δεν ήξερε πως είναι ο κόσμος εκεί έξω το βράδυ, και μόλις έκανε αυτή τη σκέψη ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του, σκέφτηκε το μπαλόνι του, πόσο άσχημα θα μπορούσε να περνάει μόνο του εκεί έξω, ενώ εκείνος βρισκόταν στην ασφάλεια του σπιτιού του. Αποφασίζει να ανοίξει την εξώπορτα.
            Κοιτάζει το σκοτάδι, καταπίνει αργά κάθε φόβο του, ξέρει πως όταν θέλουμε κάτι πολύ στη ζωή μας το διεκδικούμε με όποια θυσία. Γνωρίζει πως αισθάνεται κανείς όταν χάνει κάτι που αγαπά τόσο πολύ, πως η απώλεια όποια κι αν είναι αυτή, μικρή μεγάλη, έχει τη δύναμη να καθορίζει τη στάση απέναντι στη ζωή… Κάνει ένα βήμα εμπρός, τότε ένα χέρι τον ακουμπά στο ώμο, με μιας νιώθει το σώμα του να μουδιάζει και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Ο πατέρας του τον κοιτά με ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του ,τον ρωτά.
«Που πας;»…
«Να βρω ότι αγαπώ μπαμπά».
Τότε ο πατέρας του κράτησε το χέρι…
«Πάμε μαζί γιέ μου» είναι σημαντικό να βρίσκεις την αγάπη, όσο διαφορετική κι αν είναι σκέφτεται και αγκαλιάζει το παιδί του σφιχτά.
«Το μπαλόνι σου είναι εκεί έξω, και θα το βρούμε».
«Σ’ αγαπώ μπαμπά»
«Κι εγώ σ’ αγαπώ γιέ μου, και η μαμά σου σ’ αγαπά».


Παναγιώτης-Θεοτόκης Λάκκας

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Ποίημα "Σύγχρονη Πόρνη της Καινής Διαθήκης" - Ποιητική συλλογή "Φλεγόμενη Βαβέλ"


Άβυσσο ν' αναπνέεις, τι δύσκολο πράγμα...
άρρωστες δείχνουν οι μοίρες μου, κόβονται οι φλέβες μου ως στάχυ
μόνη... τους χτύπους ακούω στην πόρτα απ' το αθώο κορίτσι που υπήρξα
δάκρυα στάζουν στη μήτρα μου, πόρνη... και 
στέκω μητέρα ηδονής που δεν νιώθω.


Ένας ακόμη εισβάλλει εραστής, με λιβάνι, θυμάρι να καίω τις κραυγές
σπέρμα αφήνει και χρήματα άθλια ξερά
στο κρεβάτι, δεν φτάνουν φωνάζω
δίχως απάντηση κλείνει η πόρτα και χάνομαι
πάλι στα πέπλα του μάρτυρα
άκουσε λίγο... φωνή θυσιάζω να υπάρξω
δειλά μα το νήμα της κόπηκε κάπου
άκουσε λίγο... ψυχή μεγαλώνω στο σώμα
αυτό και συ κρίνεις τον βίο μου;


Είμαι γυναίκα σου λέω και δείχνω το στήθος μου μήπως πιστέψεις
μάταια... αφού δεν γνωρίζεις πως ρώγες φιλούν 
οι άγγελοι και λάμβαναν φτερά
Είμαι γυναίκα και πόνος υπάρχει στο σώμα μου 
πάντα, καθώς αναμνήσεις γεννώ
μνήμες ενός παραδείσου χαμένου στους χάρτες καινής διαθήκης.


Ίσκιος άχραντος βρέχει το τώρα στα μάτια μου,
βλέπω μονάχα το κόκκινο φως
ζω Ιφιγένεια κρυφή, σε διαδρόμους γυρεύοντας
θυσία ορθή να προσφέρω
νίκη ζητώ της ψυχής μου, φοβάμαι... φοβάμαι
πως κόλαση πατώ και θα πνίγομαι
σώστε με πάλι θα λέω στον ύπνο μου ενώ...
προσπαθώ να ξυπνήσω ξανά ως θύμα
ίσως γιατί τον καθρέφτη κοιτάς και, ραγίζει
την ιδέα του εαυτού σου για λίγο.


Άβυσσο ν' αναπνέεις, τι δύσκολο πράγμα...
άφρονες στέκω νεκρή πια στα πόδια σας,
έρημο άνθος πλοηγός αθανασίας
κέντησα κάθε ημέρα μου πάνω στον χρόνο και
φεύγω, καντήλι αναμμένο να 'χω
μη λυπηθείτε εσείς που με σκέφτεστε, έχω πεθάνει
ξανά και ξανά σε αυτό το δωμάτιο
μόνο που τώρα τα μάτια μου δεν θα τ' ανοίξω
ξανά να το δω ευτυχώς...


Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ο Δικός μου Ξένος…


 
Μετά την βροχή να περπατάς άγνωστος ανάμεσα στα δάκρυα του κόσμου, ν’ακούς τις ώρες να χτυπούν νευρικά στα οξειδωμένα ρολόγια της αυλής των καιρών. Οι μέρες αμήχανα γλιστρούν από τα σπασμένα στόρια της ιστορίας και γυρεύουν ασυλία στα ξεθωριασμένα πρόσωπα των αγίων, μιας ερημικής εκκλησίας του θαύματος. Παρατηρείς τους ανθρώπους της εποχής, έγιναν ωχροί αμετανόητοι εργάτες σε θιάσους υποψηφίων σωτήρων του κόσμου… Συνειδητοποιείς πως κράτησε πολλά έτη η νύχτα στον κόσμο αυτό, κι έτσι οι σκιές χάθηκαν, οι μορφές αλλοιώθηκαν και πολλοί πίστεψαν το σκοτάδι για φως, μα σαν ξημερώσει αυτή η παρθενόμορφη ώρα της αποκάλυψης, τι θα συμβεί; Τι θα συμβεί μόλις το φως γκρεμίσει τις οφθαλμαπάτες μας και μαζί όλα τα είδωλα, τα οποία στολίσαμε με την αιμορροούσα αθωότητά μας για να πειστούμε στην ύπαρξή τους;
Η αφορμή όλης αυτής της ξέφρενης πορείας στο χάος; Ο Θεός, όχι ο ίδιος, μα εκείνος που ξεπροβάλει ως είδωλο αχνό στον καθρέφτη. Αυτός ο Θεός του καθρέφτη διαστρεβλώνει την εικόνα κι εμείς κατανοούμε την Θεότητα μονάχα ως ένα σκληρό, τραχύ πρόσωπο ενός Κριτή που ανάγκη έχει την επιβεβαίωση της δύναμης. Και τα ανθισμένα ρόδα της αγάπης; Το άρωμα της μακροθυμίας; Ο αραχνούφαντος πορθμέας του παραδείσου, η συγχώρεση;… Δεν φαίνονται πουθενά στο είδωλο αυτής της Θεότητας. Ναι, είναι η αλήθεια πως γίναμε μία ακόμη επανάληψη της ιστορίας, οι σύγχρονοι ειδωλολάτρες της Καινής Διαθήκης, και φυσικά όσοι υποψιαζόμαστε πως θέλουν να μας κεντήσουν το ακάνθινο στεφάνι της ταπείνωσης, γίνονται αυτόματα οι εικονομάχοι μιας άλλης εποχής. Κι έτσι πληθαίνουν οι νεκροί από το ρίγος που πλαγιάζει με το στοιχειό της απώλειας. Χανόμαστε ως νέοι Κάιν, αυτής της ξακουστής φυλή των αδελφοκτόνων που νότισε ο νους τους από μίσος και αυταρέσκεια.
Έγινε ο κόσμος καλέ μου μια κοιλάδα της οργής, και το χρυσό ποτάμι που βλέπεις να κυλά αέναα πάνω από αυτή δεν είναι άλλο από τους θλιμμένους αγγέλους, που στέκουν ανήμποροι να σώσουν τους τελευταίους αθώους της αγάπης. Καλέ μου κράτησε το χέρι μου και πες μου, αντέχεις τον παράδεισο; Η κόλαση ήταν πάντα μία εύκολη οδός να τη διαβείς, σπαρμένη με νουθεσίες λαθραίας ελευθερίας που μύριζε αγρός αστεριών, μα αν έβλεπες καλά θα κοίταζες πως τ’ άστρα αυτά ήταν φύλλα της καιόμενης βάτου, που έκλεψαν τα στείρα πάθη σου για να σε οδηγήσουν στην κάθοδο των μυρίων πόνων παραπλανημένο.
Καλέ μου… Ο κόσμος είναι μυρωδιές που αναδύει η ψυχή μας. Αν μυρίσεις γιασεμί ή αγιόκλημα να ξέρεις πως εκλεκτός είναι ο άνθρωπος για την ψυχή σου… Αν μυρίσεις το όξος, να ξέρεις πως ο άνθρωπος αυτός θα γεννήσει πληγές να σου φυτέψει στον κήπο της ψυχής σου, και οι ρίζες του θα σκίσουν βαθειά τον φλοιό της ελπίδας σου. Να προσέχεις καλέ μου σαν ξένος που είσαι από αυτόν τον τόπο, μάθε σαν θες και μη φοβάσαι άλλο πια, η βροχή τα δάκρυα του κόσμου και οι κεραυνοί δεν είναι απλοί κρότοι, απλά τότε ακούς τον παράδεισο να μεγαλώνει για να χωρέσει τους πονεμένους και αθώους νεκρούς της αγάπης, όπως είσαι εσύ καλέ μου…


Παναγιώτης-Θεοτόκης Λάκκας

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Ποίημα "Φεύγω" - Ποιητική συλλογή "Φλεγόμενη Βαβέλ"


Φεύγω απ' το χρώμα, τη φυλή και την ταυτότητά μου
φεύγω... με τρομάζουν τα μέτρα που διανύει το μίσος
φεύγω απ' τις γειτονιές,μεγαλώνουν ψυχές άρρωστες
τα δικά σου παιδιά και τα δικά μου με μολυσμένο νου
φεύγω να μη βλέπω, αγρίεψε ο κόσμος μ' ανάρμοστες
σκληρές ντύνει τον Θεό του λέξεις, και εγώ να φεύγω.

Φεύγω, το αίμα του πολέμου δεν θέλω να με αγγίζει
ο εμφύλιος χρόνια νύχτα είναι σκληρής πορνογραφίας
πόσο ν' αντέξω, γδέρνουν την αλήθεια να φανεί ψέμα
μάλλον της εποχής κακό είναι ότι δεν γεννήθηκα θύτης
μονάχα έχτιζα από συντρίμμια των αμαρτιών τη φυγή
φεύγω και με το νύχι χαράζω στον τοίχο εκπορεύομαι.

Φεύγω... φτιάξαν σπίτια να μείνω τα δάκρυά μου
μια ολόκληρη πολιτεία που μπορείς να μεγαλώνεις
να μεγαλώνεις πλάι στο διαφορετικό δίχως νευρώσεις
φεύγω και όποιος ακούει, όποιος άκουσε ας έρθει
θα προσμένω κρατώντας της ασετυλήνης το φως
μακριά απ' ότι μας σκοτώνει σήμερα, το σκοτάδι.


 Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις Ελληνικού Νόμου Ν.2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα, και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας.